Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Ὁ ὅρος «Ῥωμηοσύνη» κατά τόν ἀείμνηστο π. Ἰωάννη Ῥωμανίδη.

τοῦ π. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου



Πρῶτον πρέπει νά ἔχωμεν ὑπ' ὄψιν ὅτι ἱστορικῶς οὐδέποτε διακρίνεται ἡ λεγομένη Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ἀπό τήν Ρωμαϊκήν Αὐτοκρατορίαν. Οἱ πρόγονοί μας ἐγνώριζον μόνον ὅτι ἤσαν πολίται τοῦ κράτους μέ τό ὄνομα Ρωμανία καί ὅτι τό κράτος αὐτό εἰς τά χρόνια του μεγαλύτερου ἠγέτου τῆς Ρωμαιοσύνης, τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐξετείνετο εἰς ὁλόκληρον τόν μεσόγειον χῶρον, πού σήμερον καλύπτει τήν Ἀγγλίαν, Πορτογαλίαν, Ἱσπανίαν, Γαλλίαν, Ἐλβετίαν, Ἰταλίαν, Αὐστρίαν, τά Βαλκάνια, ὅλην τήν βόρειον Ἀφρικήν, τόν Λίβανον, τήν Συρίαν, τήν Τουρκίαν, καί, τάς ρωσικᾶς παραλίας τοῦ Εὔξεινου Πόντου.
Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ κατ' ἐξοχήν πατήρ τῆς ὑπό τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου συγκληθείσης Ἅ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325), γράφει περί τῆς Ρώμης ὡς μητροπόλεως τῆς Ρωμανίας εἰς μίαν ἐπίθεσίν του κατά τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν, οἱ ὁποῖοι ἐρα-διούργησαν τήν ἐκθρόνισην τοῦ πάπα τῆς Ρώμης Λιβερίου (352 - 366). «Οὐδέ Λιβερίου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης κατά τήν ἀρχήν ἐφείσαντο, ἀλλά καί μέχρι τῶν ἐκεῖ τήν μανίαν ἐξέτειναν καί οὔχ ὅτι ἀποστολικός ἐστι θρόνος ἤδεσθησαν, οὔδ' ὅτι μητρόπολις ἤ Ρώμη τῆς Ρωμανίας ἔστιν ηὐλαβήθησαν». Ἤ ἐπιστημονική διάσπασις τῆς ἑνιαίας ταύτης ἱστορικῆς Ρωμανίας εἰς ρωμαϊκήν καί βυζαντινήν αὐτοκρατορίαν εἶναι κατασκεύασμα τῶν Φράγκων κατακτητῶν τῆς δυτικῆς ἐν Γαλλία, Ἰταλία, Ἐλβετία καί Αὐστρία Ρωμαιοσύνης. Οἱ Φράγκοι πρῶτοι ἀπεκάλεσαν τούς Ρωμαίους της Ἀνατολῆς μόνον Γραικούς, ἀκολουθοῦντες παλαιότερον παράδειγμα τῶν Γότθων. Εἰς τόν ἐν Κωνσταντινουπόλει βασιλέα τῶν....

 Ρωμαίων ἀπέδωσαν οἱ Φράγκοι τόν τίτλον «βασιλεύς τῶν Γραικῶν» καί συγχρόνως ὠνόμασαν τόν Τευτονοφράγκον ἡγεμόνα τῆς Γερμανίας «βασιλέα τῶν Ρωμαίων», διά νά ἀποσπάσουν τήν ἀφοσίωσιν τῶν ἐν τήν Δύσει κατακτηθέντων καί ὑποδούλων Ρωμαίων ἀπό τήν Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην καί στρέψουν τά ἐθνικά αἰσθήματα τῶν ὑποδούλων τούτων δυτικῶν Ρωμαίων πρός τόν ἐν Γερμανία ψευδῶς καλούμενον «βασιλέα τῶν Ρωμαίων». Συγχρόνως κατεδίκασαν ὡς αἱρετικούς τους ὀνομασθέντας ἀποκλειστικῶς πλέον «Γραικούς» ἀνατολικούς Ρωμαίους καί οὕτως ἔθεσαν τά θεμέλια του μεσαιωνικοῦ μίσους τῆς ἐν τή Δύσει ἀφομοιωθείσης ὑπό τῆς Φραγκιᾶς Ρωμαιοσύνης πρός τήν ἀνατολικήν Ρομαιοσύνην, τό ὁποῖον ἐκορυφώθη μέ τήν ὑπό τῶν Φράγκων ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τήν ἐπέκτασιν τῆς Φραγκοκρατίας εἰς τήν Ἀνατολήν. Ἡ Φραγκοκρατία διά τήν Ρωμαιοσύνην δέν ἤρχισε μέ τήν ἐμφάνισιν τῶν Φράγκων εἰς τήν Ἀνατολήν. Φραγκοκρατία ἀρχίζει μέ τήν ὑπό τῶν Φράγκων κατάκτησιν τῶν ἀναφερθεισῶν δυτικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ρωμανίας.

Οὕτως ἐπεσπεύσθη ἡ ἀφομοίωσις τῆς ἐν τή Δύσει Ρωμαιοσύνης, ἤ ὁποία μέ τήν πάροδον τοῦ χρόνου ἔμαθεν ὅτι εἰς τήν Ἀνατολήν, περί τήν Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην, ὑπάρχουν ὄχι Ρωμαῖοι ἀλλά «αἱρετικοί Γραικοί» μέ «Γραικόν βασιλέα». Ἀπό τά μέσα τοῦ θ' αἰῶνος καθιερώθη μεταξύ τῶν Φράγκων θεολόγων ἤ παράδοσις νά γράφουν ἔργα τιτλοφορούμενα «Κατά τῶν πλανῶν τῶν Γραικῶν».

Ἐν ἀντιθέσει πρός τούς Φράγκους κατακτητᾶς τῆς δυτικῆς Ρωμαιοσύνης οἱ Ἄραβες καί Τοῦρκοι κατακτηταί τῆς ἀνατολικῆς Ρωμαιοσύνης ἀπεκάλουν πάντοτε μέ σεβασμόν τούς πολίτας τῆς Ρωμανίας Ρούμ, δηλαδή Ρωμαίους ἤ Ρωμηούς. Δία τόν λόγον αὐτόν οἱ πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων ὀνομάζονται μέχρι σήμερον τουρκιστί καί ἀραβιστί Ρούμ Πατρίκ, δηλαδή πατριάρχαι τῶν Ρωμαίων. Οἱ δέ Ὀρθόδοξοι ὁμογενεῖς εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν λέγονται ἑλληνιστί Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί καί τουρκιστί Ρούμ. Εἰς τά ἀλλά πρεσβυγενή πατριαρχεῖα ὀνομάζονται ἀραβιστί Ρούμ. Εἰς τό Κοράνιον τοῦ Μωάμεθ ὑπάρχει ὁλόκληρον κεφάλαιον (30), ὅπου ὁ ἱδρυτής τοῦ Ἰσλάμ γράφει περί τῆς προσωρινῆς πτώσεως τῶν Ρωμαίων εἷς τους Πέρσας εἷς Μέσην Ἀνατολήν καί προφητεύει τόν τελικόν θρίαμβον αὐτῶν, ὅπως καί πράγματι ἔγινεν ὑπό τόν Ἠράκλειτον μετ' ὀλίγα ἔτη. Εἶναι σαφές ἀπό τό ἐν λόγω κεφάλαιον ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶχε τήν ἐποχήν αὐτήν τήν ἐντύπωσιν ὅτι ἐκήρυττε τήν ἰδίαν πίστιν μέ τούς Ρωμαίους της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης.
Ἐπίσης πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι εἰς τάς συροφώνους πηγᾶς ὡς καί εἰς τάς αἰθιοπικᾶς τοῦ Μεσαίωνος, οἱ σήμερον κακῶς λεγόμενοι Βυζαντινοί ἐλέγοντο πάντοτε Ρωμαῖοι. Μάλιστα οἱ μετά τό 1821 ὑπό τῶν Νεοελλήνων ὀνομασθέντες «'Ἕλληνες» Πατέρες λέγονται πάντοτε Ρωμαῖοι Πατέρες, ἀκριβῶς ὅπως συνέβαινεν εἰς ἠμᾶς πρό τοῦ 1821.
Εἰς τήν Μέσην Ἀνατολήν οἱ σήμερον ἐν Ἑλλάδι λεγόμενοι Ρωμαιοκαθολικοί λέγονται Λατίνοι καί Φράγκοι ὡς συνέβαινεν ἀκριβῶς ἐν Ἑλλάδι καί Μικρά Ἀσία κατά τήν τουρκοκρατίαν, ὡς καί κατά τά χρόνια της ἐλευθέρας Ρωμανίας. Ἱστορικῶς κατά τόν μεσαίωνα Ρωμαῖοι καί Καθολικοί εἶναι μόνον οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τά ρωμαϊκά πατριαρχεῖα Ὀρθόδοξοι μέ κέντρον τήν Κωνσταντινούπολιν. Οἱ Εὐρωπαῖοι κατακτηταί τῆς δυτικῆς Ρωμαιοσύνης δέν εἶναι Ρωμαῖοι. Εἶναι Φράγκοι, Λογγοβάρδοι, Βουργουνδοί, Σάξωνες, Νορμανδοί καί Γότθοι, οἵτινες ἀφωμοῖωσαν σύν τῷ χρόνω τούς κατακτηθέντας Ρωμαίους μεταβάλλοντες αὐτούς εἰς τούς δουλοπάροικους τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Φεουδαλισμοῦ. Λέγονται οἱ Εὐρωπαῖοι τοῦ μεσαίωνος Λατίνοι διότι υἱοθέτησαν ὡς ἐπίσημον γλώσσαν τῶν τήν λατινικήν. Ρωμαῖοι εἶναι μόνον οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί οἱ ἡνωμένοι μέ τήν Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην, μέ ἐπίσημον γλώσσαν τήν ἑλληνικήν. Κατά τήν τουρκοκρατίαν οἱ Φράγκοι λέγονται ὑπό τῶν ἡμετέρων ὄχι Καθολικοί ἀλλά Κατόλικοι.

Ἡ διάκρισις αὐτή μεταξύ Λατίνων καί Ρωμαίων φαίνεται σαφῶς ἀπό τό ἑξῆς ἐρώτημα, τό ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τόν ἐπίσκοπον Ἰωάννην τοῦ Κίτρους τῆς Μακεδονίας κατά τά τέλη τοῦ Ἰβ' αἰῶνος. «Θάπτονται ὀρθόδοξοι Ρωμαῖοι ἐν λατινικαῖς ἐκκλησίαις ψαλλόμενοι παρά τέ Ρωμαίων καί Λατίνων ἐν ταύτω καί Λατίνοι δέ ἀποθνήσκοντες, ὠσαύτως ψάλλονται ὁμού παρά Ρωμαίων καί Λατίνων ἀδιακρίτως. Ἐπιτίμιον ἔστιν, ἤ οὗ;».

Κατά τόν ἴδιον αἰώνα, τόν Ἰβ', ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμῶν περί μικτού γάμου μεταξύ Ρωμαίων καί Λατίνων γράφει τά ἑξῆς: «καί σημείωσαι, ὅτι κατά τόν παρόντα κανόνα, ὡς ἔοικεν, ἀναγκάζει τό μέρος τῆς ἐκκλησίας τούς Λατίνους ἐξόμνυσθαι, θέλοντας γυναίκας λαβεῖν ἐκ τῆς Ρουμανίας».

Πρέπει νά τονισθῆ ὅτι ἱστορικῶς καί ὡς φαίνεται σαφῶς ἀπό τήν ρωμαϊκήν νομοθεσίαν οὐδέποτε ἐταυτίζοντο οἱ Ρωμαῖοι μέ τούς ἀρχαίους Λατίνους ἤ Ἰταλούς, καί ὅταν ἀκόμη ἤ Πρεσβυτέρα Ρώμη ἦτο ἡ πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας.


Ἡ τουρκική ἀπόδοσις τοῦ μεσαιωνικοῦ κρατικοῦ ὀνόματος Ρωμανία, τό πραγματικόν ὄνομα τοῦ ἐπιβλαβώς διά τά ἐθνικά συμφέροντα σήμερον λεγομένου βυζαντινοῦ κράτους, εἶναι τό ὄνομα Ρούμελη. Τά ἱστορικά δικαιώματα τῆς Ρωμαιοσύνης φαίνονται σαφῶς ἀπό τήν χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τούτου ὑπό τῶν Τούρκων. Πρό τῆς ἁλώσεως οἱ Τοῦρκοι ὠνόμαζον Ρούμελην ὄλας τάς ἐλευθέρας ἐκτάσεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί Εὐρώπης, αἵ ὀποΐαι διοικοῦντο ὑπό τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη βασιλέως τῶν Ρωμαίων. Ἀλλά καί μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνος τούτου οἱ Τοῦρκοι ὠνόμαζον Ρούμελην ὁλόκληρον τήν Θράκην, ὁλόκληρον τήν Μακεδονίαν καί ὁλόκληρον τήν Ἤπειρον καί γενικῶς ὀλας τάς ἐκτάσεις ἀπό τοῦ Βελιγραδίου μέχρι τῆς Πελοποννήσου. Δηλαδή Ρούμελη ἦτο τό ἐρωπαϊκόν μέρος τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Καθ' ὅλον τό διάστημα τοῦτο οἱ Τοῦρκοι διετήρησαν καί τό ὄνομα Κωνσταντινούπολις. Παραδόξως, ἐνῶ οἱ Τοῦρκοι διετήρησαν τό γεωγραφικόν ὄνομα τῆς αὐτοκρατορίας μας, δηλαδή Ρούμελη, οἱ Νεοέλληνες τό κατήργησαν καί τό ἀντικατέστησαν μέ τό ὄνομα Ἑλλάς, δηλαδή μέ τό ὄνομα μίας μικρᾶς ἐπαρχίας τῆς μεγάλης Ρούμελης ἤ Ρωμανίας. 




Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου, «Ρωμηοσύνη», ἐκδόσεις «Πουρνάρα», Θεσσαλονίκη, 1975, σέλ. 18-23

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Ἐμβατήριο Γράμμου.




Ἀντηχεῖ ὁ Γράμμος τὰ τραγούδια.
Ξημερώνει ἡ Λευτεριά.
Ξανανθίζουν πάλι τὰ λουλούδια
καὶ φυτρώνουν δάφνινα κλαδιά.

Τῆς Πατρίδος τὸ σεμνὸ κεφάλι
Δάφνης στέφανο φορεῖ.
Καὶ στῆς μάχης τὴν ἀνεμοζάλη
ὁ Στρατὸς μας πάντα προχωρεῖ.

Ὁρμῆστε Γραμμομάχοι, ὀρθῶστε τὸ κορμί.
Ἡ Δόξα παραστέκει στὴ Θεία σας ὁρμή.
Τοῦ Γράμμου τὸ τραγοῦδι ἂς γίνῃ Προσευχή,
βαθειὰ γιὰ ν' ἀκουστῇ σὲ κάθε ἐλεύθερη ψυχή.

Προχωρεῖτε, προχωρεῖτε
κι' ἕνας Νοῦς Φωτεινὸς κυβερνᾷ,
για ἄλλους Γράμμους ἐμπρὸς χυθεῖτε.
Νὰ ὁ Στρατός μας μὲ δόξα περνᾷ.

Τὰ κανόνια δὲν σᾶς σκιάζουν
τὰ μπαζοῦκας κι ἂς βροντοῦν.
Οἱ 300 τοῦ Λεωνίδα σᾶς θωροῦν
κι ὅλοι σᾶς χειροκροτοῦν!





Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Τῆς Ἁγιά-Σοφιᾶς.

(Δημοτικό)


Τὸ δημοτικὸ αὐτὸ τραγούδι εἶναι ὁ παλαιότερος θρῆνος γιὰ τὴν κατάληψη τῆς Κωνσταντινούπολης. Πιθανὸν νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν Κρήτη. Βρέθηκε σὲ χειρόγραφό του 15ου αἰῶνα· ὁ τίτλος ἦταν: «Ἀνακάλημα τῆς Κωνσταντινούπολης». Ἀνήκει στὴ δεύτερη περίοδο (1453-1821) τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας καὶ στὸ ἱστορικὸ εἶδος. Στὴν παρακάτω μορφὴ τοῦ δημοσιεύτηκε τὸ 1914 ἀπὸ τὸ Ν. Πολίτη στὴν συλλογή του «Ἐκλογαὶ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ». Γιὰ τὴν σύνθεσή του ὁ Ν. Πολίτης χρησιμοποίησε τὴν παραλλαγὴ ποὺ δημοσίευσε ὁ Φωρὲλ καὶ ἄλλοι εἴκοσι τέσσερις. Ὅμως, μόνο ὁ 4ος καὶ 18ος στίχος ἔχουν παρθεῖ αὐτούσιοι ἀπὸ τὴν ἐργασία τοῦ Φωριέλ.



Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια, 
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι, 
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες, 
κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος.

Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης, 
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες. 
Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας, 
φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα: 
«Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια, 
παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε, 
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.

Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια, 
τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο, 
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας, 
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν».

Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες. 
«Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς, 
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ῾ναι».


Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Οἱ ἠθικὲς ἀρετὲς ἀποκτῶνται μὲ τὴν ἐπανάληψη τῶν ἠθικῶν πράξεων.

τοῦ Ἀριστοτέλους



(Στὸ Α΄ βιβλίο τῆς πραγματείας του περὶ τοῦ ἠθικοῦ βίου, ὁ Ἀριστοτέλης προσδιόρισε ὡς ὕψιστο ἀγαθὸ τὴν εὐδαιμονίαν, ποὺ ἀποκτᾶται ὅταν ἡ ψυχὴ ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς τέλειας ἀρετῆς. Προσπαθώντας, λοιπόν, νὰ μελετήσει τὸ περιεχόμενο καὶ τὰ εἴδη τῆς ἀρετῆς, κατέληξε στὴ διάκρισή της σὲ ἠθικὴν καὶ διανοητικήν. Στὴν ἀρχὴ τοῦ Β΄ βιβλίου διερευνᾶ τὸ πρῶτο εἶδος.)


Δυὸ εἶναι, ὅπως εἴδαμε, τὰ εἴδη τῆς ἀρετῆς, ἡ διανοητικὴ καὶ ἡ ἠθική. Ἡ διανοητικὴ ἀρετὴ χρωστάει καὶ τὴ γένεση καὶ τὴν αὔξησή της κατὰ κύριο λόγο στὴ διδασκαλία (γιαυτὸ καὶ ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται γι' αὐτὴν εἶναι ἡ πείρα καὶ ὁ χρόνος), ἐνῶ ἡ ἠθικὴ ἀρετὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἔθους (καὶ τὸ ἴδιο της τὸ ὄνομα, ἄλλωστε, μικρὴ μόνο διαφορὰ παρουσιάζει ἀπὸ τὴ λέξη ἔθος). Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει φανερὸ ὅτι καμιὰ ἠθικὴ ἀρετὴ δὲν ὑπάρχει μέσα μας ἐκ φύσεως. Πραγματικά, δὲν ὑπάρχει πράγμα ἐφοδιασμένο ἀπὸ τὴ φύση μὲ κάποιες ἰδιότητες, ποὺ νὰ μπορεῖς νὰ τὸ συνηθίσεις νὰ ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες. Παράδειγμα ἡ πέτρα: καμωμένη ἀπὸ τὴ φύση νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ κάτω, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συνηθίσει νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ πάνω, ἔστω κι ἂν χιλιάδες φορὲς προσπαθήσει κανεὶς νὰ τῆς τὸ μάθει πετώντας την καὶ ξαναπετώντας την πρὸς τὰ πάνω• οὔτε ἡ φωτιὰ μπορεῖ νὰ συνηθίσει νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ κάτω• γενικὰ δὲν ὑπάρχει πράγμα καμωμένο ἀπὸ τὴ φύση νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἕναν ὁρισμένο τρόπο, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ συνηθίσει νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἄλλον τρόπο. Συμπέρασμα: οἱ ἀρετὲς δὲν ὑπάρχουν μέσα μας ἐκ φύσεως ― οὔτε ὅμως καὶ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ φύση μας ἡ γένεσή τους μέσα μας: ἡ φύση μας ἔκανε ἐπιδεκτικοὺς στὶς ἀρετές, τέλειοι ὅμως σ' αὐτὲς γινόμαστε μὲ τὴ διαδικασία τοῦ ἔθους.

Ἐπίσης: Γιὰ καθετὶ ποὺ τὸ ἔχουμε ἀπὸ τὴ φύση, πρῶτα ἔχουμε τὴ δυνατότητά του νὰ ἐνεργήσει• στὴν ἐνέργεια τὴν ἴδια φτάνουμε ὕστερα (τὸ πράγμα γίνεται φανερὸ στὶς αἰσθήσεις μας• πραγματικά, τὶς αἰσθήσεις τῆς ὅρασης ἤ τῆς ἀκοῆς δὲν τὶς ἀποκτήσαμε ἔχοντας δεῖ ἤ ἔχοντας ἀκούσει πολλὲς φορές, ἀλλὰ ἀντίθετα: ἔχοντάς τες τὶς χρησιμοποιήσαμε• δὲν τὶς ἀποκτήσαμε μὲ τὴ χρήση)• τὶς ἀρετὲς ὅμως τὶς ἀποκτοῦμε ἀφοῦ πρῶτα τὶς ἐφαρμόσουμε στὴν πράξη ― ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ στὶς ἄλλες τέχνες• τὰ πράγματα δηλαδὴ ποὺ πρέπει πρῶτα νὰ τὰ μάθουμε προτοῦ ἀρχίσουμε νὰ τὰ κάνουμε, τὰ μαθαίνουμε κάνοντάς τα• π.χ. οἰκοδόμοι γίνονται χτίζοντας σπίτια, κιθαριστὲς παίζοντας κιθάρα• μὲ τὸν ἴδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ἀνδρεῖοι κάνοντας ἀνδρεῖες πράξεις.

Τὴν ἐπιβεβαίωση μᾶς τὴν προσφέρει καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται στὶς πολιτεῖες• πραγματικά, οἱ νομοθέτες κάνουν καλούς τοὺς πολίτες τους ἀσκώντας τους νὰ ἀποκτοῦν τὶς συγκεκριμένες συνήθειες ― αὐτὴ εἶναι ἡ θέληση τοῦ κάθε νομοθέτη, καὶ ὅσοι δὲν τὰ καταφέρνουν σ' αὐτό, δὲν πετυχαίνουν στὸ ἔργο τους• σ' αὐτό, ἄλλωστε, καὶ διαφέρει τελικὰ τὸ ἕνα πολίτευμα ἀπὸ τὸ ἄλλο, τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ λιγότερο καλό.

Ἐπίσης: Ἡ γένεση κάθε ἀρετῆς καὶ ἡ φθορὰ της ἔχουν τὴν ἴδια ἀρχὴ καὶ γίνονται μὲ τὰ ἴδια μέσα ― ἔτσι ἀκριβῶς γίνεται καὶ στὶς τέχνες: παίζοντας κιθάρα γίνονται καὶ οἱ καλοὶ καὶ οἱ κακοὶ κιθαριστές• τὸ ἴδιο καὶ οἱ οἰκοδόμοι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι: χτίζοντας μὲ καλὸ τρόπο σπίτια θὰ γίνουν καλοὶ οἰκοδόμοι, χτίζοντάς τα ὅμως μὲ κακὸ τρόπο θὰ γίνουν κακοί• ἂν δὲν ἦταν ἔτσι, δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀνάγκη δασκάλου, καὶ ὅλοι θὰ ἦταν καλοὶ ἤ κακοὶ ἐκ γενετῆς. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ἀρετές: κάνοντας αὐτὰ ποὺ κάνουμε στὴν καθημερινή μας συνάφεια μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἄλλοι γινόμαστε δίκαιοι καὶ ἄλλοι ἄδικοι• ἐπίσης: κάνοντας αὐτὰ ποὺ κάνουμε στὶς ἐπικίνδυνες καὶ φοβερὲς περιστάσεις τῆς ζωῆς καὶ ἀποκτώντας σιγὰ σιγὰ τὴ συνήθεια νὰ αἰσθανόμαστε φόβο ἤ θάρρος, ἄλλοι γινόμαστε ἀνδρεῖοι καὶ ἄλλοι δειλοί. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σὲ σχέση μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὴν ὀργή: ἄλλοι γίνονται σώφρονες καὶ πρᾶοι καὶ ἄλλοι ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἱ πρῶτοι μὲ τὸ νὰ συμπεριφέρονται ἔτσι στὶς περιστάσεις αὐτὲς καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὸν ἀντίθετο τρόπο. Μὲ δυὸ λόγια: οἱ ἕξεις γεννιοῦνται ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη ὅμοιων ἐνεργειῶν. Γι' αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ φροντίζουμε οἱ ἐνέργειές μας νὰ ἔχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ἀφοῦ οἱ ἕξεις εἶναι τελικὰ ἀντίστοιχες πρὸς τὶς διαφορὲς ποὺ οἱ ἐνέργειες αὐτὲς παρουσιάζουν μεταξύ τους. Δὲν ἔχει λοιπὸν μικρὴ σημασία νὰ ἀποκτᾶ κανεὶς ὅσο γίνεται πιὸ νέος αὐτὲς ἤ ἐκεῖνες τὶς συνήθειες· ἴσα ἴσα ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ἤ μᾶλλον σημαίνει τὸ πᾶν.



Πρωτότυπο κείμενο



Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου, ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους. ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται· οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη. οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους. ἔτι ὅσα μὲν φύσει ἡμῖν παραγίνεται, τὰς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα, ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν (ὅπερ ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων δῆλον· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν ἢ πολλάκις ἀκοῦσαι τὰς αἰσθήσεις ἐλάβομεν, ἀλλ’ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)· τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν, oἷον οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καὶ κιθαρίζοντες κιθαρισταί· οὕτω δὲ καὶ τὰ  μὲν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τὰ δὲ σώφρονα σώφρονες, τὰ δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι. μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν· οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν, καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης. ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται, ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη· ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί. ἀνάλογον  δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί. εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν, οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλὰ πάντες ἂν ἐγίνοντο ἀγαθοὶ ἢ κακοί. οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν ἔχει· πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι, πράττοντες δὲ τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς καὶ ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοί. ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει καὶ τὰ περὶ τὰς ὀργάς· οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται, οἳ δ’ ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι, οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσί. καὶ ἑνὶ δὴ λόγῳ ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται. διὸ δεῖ τὰς ἐνεργείας ποιὰς ἀποδιδόναι·κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις. οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, ἀλλὰ πάμπολυ, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Denk' es!

τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ



Ὅταν ἡ μητέρα σου θὰ ἔχει μεγαλώσει,
Καὶ θὰ 'χεις μεγαλώσει κι ἐσύ,
Ὅταν αὐτὸ ποὺ κάποτε ἦταν εὔκολο καὶ χωρὶς προσπάθεια
Τότε πλέον θὰ ἔχει γίνει φορτίο


Ὅταν τὰ γλυκά, πιστά της μάτια
Πιὰ δὲν θὰ βλέπουν τὴ ζωή ὅπως κάποτε,
Ὅταν τὰ πόδια της κουραστοῦν,
Δὲν θὰ θέλουν πιὰ νὰ τὴν κουβαλήσουν ὅταν περπατᾶ-


Τότε δῶσ' της τὸ χέρι σου γιὰ ὑποστήριξη
Συνόδευσέ την μὲ ἀγαλλίαση καὶ χαρά.
Ὅταν ἡ ὥρα θὰ ἔρθει, θρήνησε
Θὰ τὴν συνοδεύσεις στὸν τελικό της περίπατο.


Κι ἂν σὲ ῥωτήσει γιὰ κάτι, ἀπάντησέ της.
Κι ἂν σὲ ξαναρωτήσει, μίλησέ της κι ἐσύ.
Κι ἂν πάλι σὲ ῥωτήσει, νὰ τῆς ἀνταποκριθεῖς
Ὄχι θυελλωδῶς, ἀλλὰ μὲ ἀπαλὴ ἠρεμία.


Κι ἂν δὲν μπορεῖ νὰ σὲ καταλάβει καλά,
Ἐξήγησέ της τὰ πάντα μὲ χαρά.
Ἡ ὥρα θὰ 'ρθει, ἡ πικρὴ ὥρα,
Ποὺ τὸ στόμα της δὲν θὰ σὲ ῥωτάει τίποτα πιά.


                             -ADOLF HITLER-


Πρωτότυπο κείμενο (στὰ Γερμανικὰ):


Wenn deine Mutter alt geworden
Und älter du geworden bist,
Wenn ihr, was früher leicht und mühelos,
Nunmehr zur Last geworden ist,


Wenn ihre lieben, treuen Augen
Nicht mehr, wie einst, in’s Leben seh'n,
Wenn ihre müd' geword’nen Füsse
Sie nicht mehr tragen woll'n beim Geh'n —


Dann reiche ihr den Arm zur Stütze
Geleite sie mit froher Lust —
Die Stunde kommt, da du sie weinend
Zum letzten Gang begleiten mußt!


Und fragt sie dich, so gib ihr Antwort,
Und fragt sie wieder, sprich auch du!
Und fragt sie nochmals, steh' ihr Rede,
Nicht ungestüm, in sanfter Ruhe!


Und kann sie dich nicht recht verstehen
Erklär' ihr alles frohbewegt;
Die Stunde kommt, die bitt’re Stunde,
Da dich ihr Mund nach nichts mehr fragt!



                                              ADOLF HITLER

* "Denk' es!", published in the Sonntag-Morgenpost,München, 14. Mai 1933 (Library of Congress, Manuscript Division, Captured German Documents, Box 791)